καθυποβάλλω

καθυπο-βάλλω,
A subject, Heliod. in EN109.20, Eust. 1406.41;

τινὰς τῇ τοῦ τετραπλασίου ἀποδόσει Just.Nov.161.1.3

:—[voice] Pass., ποιναῖς ib.134.7.
II place underneath,

τοὺς δακτύλους τῇ ἕδρᾳ Aët.16.110

(= 100).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυποβάλλω — (AM καθυποβάλλω) (επιτατ. τού υποβάλλω) υποβάλλω κάποιον σε κάτι («καθυποβάλλω ἀριθμῷ» μετρώ, υποβάλλω σε αρίθμηση, Μάρκ. Διάκ.) νεοελλ. φρ. «καθυποβάλλω τα σέβη μου» χαιρετισμός σε αξιοσέβαστο πρόσωπο μσν. 1. απονέμω, εκχωρώ, παραχωρώ 2.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.